Μ'έκανες να βλέπω σχέδια στα σύννεφα...
Αλήθεια το θυμάσαι;
Θυμάσαι πώς ήταν; όταν μέσα στην παιδική μας ξεγνοιασιά στρέφαμε το βλέμμα στον ουρανό και καμώναμε ιστορίες με τα σύννεφα;
Τα μάτια μας έλαμπαν από ενθουσιασμό, τα μάγουλα μας πονούσαν από τα χαμόγελα και τα γέλια.
Νιώθαμε τα πάντα ως το μεδούλι.
Θυμάσαι;
Τότες που νιώθαμε περισσότερο και σκεφτόμασταν λιγότερο.
Αληθινά, αγνά αισθήματα.
Ίσως γι'αυτό πολλοί να λένε ότι στον έρωτα γινόμαστε και πάλι παιδιά.
Αφηνόμαστε ελεύθεροι να νιώσουμε,
να παρασυρθούμε,
να μεθύσουμε με φιλιά, αγγίγματα και βλέμματα.
Μ'έκανες να δω την ομορφιά στα απλά και καθημερινά, στις μικρές κι "ασήμαντες" λεπτομέρειες που δίνουν νόημα στη ρουτίνα μας.
Στη γάτα, που λιάζεται νωχελικά στο περβάζι
Στον σκύλο, που κουνάει ενθουσιασμένος την ουρά του στη βόλτα
Στο πουλί, που κελαηδά με το πρώτο φως της μέρας
Στο λουλούδι, που ξεφυτρώνει ατίθασα πάνω στο τσιμέντο, κόντρα σε κάθε νόμο της φύσης και της λογικής
Στο παιδί, που χαμογελά ανέμελα με τα μούτρα του πασαλειμένα παγωτό
Στον παππού του, που τον χαζεύει γεμάτος αγάπη και περηφάνεια να κάνει κούνια καθώς του φωνάζει χαϊδευτικά το όνομά του
Στη μάνα, που όλο φροντίδα κυνηγάει το βλαστάρι της μην τυχόν και χτυπήσει πουθενά
Στους εραστές, που μ'ένα βλέμμα τυλίγονται ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι όλος ο κόσμος χάνεται γύρω τους
Στα μάτια σου και στις ρυτίδες που σχηματίζονται γύρω τους με κάθε σου χαμόγελο (σαν με κοιτάς)
Σ'αυτή τη λάμψη που κρύβουν μέσα τους
και σ'όλα τα ανείπωτα λόγια
που εξομολογούμαστε μέσα στις ματιές μας
Στον παλμό μιας χορδής
που ακόμα ταλαντώνεται
κι εξιστορεί το λυγμό της στον αέρα
Και στη σιωπή που ακολουθεί
Σε τούτη την υπέροχη σιωπή ανάμεσα μας,
την πολύτιμη,
τη βουβή επικοινωνία μας
Μ'έκανες να νιώσω παραπάνω απ'όσο θεωρούσα εφικτό
Ν'αμφισβητήσω τα όριά μου
Ποσό αστεία είν'αλήθεια η ζωή...
Νομίζεις πως ξέρεις το εύρος των συναισθημάτων σου,
Κάθε πόνο
Κάθε χαρά
Κάθε ηδονή
Κάθε πληρότητα που μπορείς να νιώσεις
Και ξαφνικά ένας άνθρωπος ξυπνάει μέσα σου
Όσα δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν
Μ'έκανες να σταματήσω μέσα στη βροχή.
Ν'ακούσω τις ψιχάλες
να μουρμουρίζουν τη μελωδία τους
στο πρώτο και τελευταίο τους ταξίδι.
Να μυρίσω το φρεσκοβρεγμένο χώμα.
Να νιώσω τις στάλες της βροχής καθώς αγγίζουν το σώμα μου,
πως κυλούν πάνω στο κορμί μου,
πώς βρέχουν τα μαλλιά και το δέρμα μου
κι έπειτα απλά εξατμίζονται
αφήνοντας πίσω
τη σκιά της ύπαρξής τους.
Μ'έκανες να αγαπήσω εκείνο το τραγούδι,
που μου σιγοψιθύρισες ένα βράδυ
ενώ με κοίταζες στα μάτια.
Αυτό το βλέμμα σου,
το ένιωθα να καίει τα σωθικά μου,
να μαγεύει την ψυχή μου.
Κι ακόμα βασανίζει το μυαλό μου
εκείνος ο στίχος που μου τραγούδησες με νόημα
κι εκείνο το χαμόγελο
που ξεγλιστρούσε στην άκρη των χειλιών σου...
Μ'έκανες να απογυμνωθώ μπροστά σου,
Να αφήσω το κόκκινο μου φόρεμα να πέσει,
σαν φλόγα να με καταπιεί
Την πορσελάνινη μάσκα να σπάσει
Ελεύθερη από προσωπεία και είδωλα
Χωρίς μανδύες και κάτοπτρα
Με κάθε έννοια
Με κάθε αλήθεια
Κι ας φοβάμαι
Σου δείχνω τις ουλές και τις πληγές μου
Τα χέρια μου, ποτισμένα στο δικό μου αίμα
Μ'ένα σου άγγιγμα τα εξαγνίζεις
Δεν αποστρέφεις το βλέμμα σου
Με δυο σου λόγια
Ηρεμείς το μυαλό και την ψυχή μου.
Μ'έκανες να λαχταρώ το δικό σου κορμί μοναχά,
Να ξεδιψώ με το δικό σου στόμα,
Να ποθώ να σε γευτώ σαν νέκταρ ακριβό
Και να πλέξω τα δάχτυλα μου στις μπούκλες των μαλλιών σου
Θέλω να ασπαστώ τον κρόταφό σου ευλαβικά,
να σε κρύψω στον κόρφο μου
και να γίνω εγώ το στήριγμα,
το καταφύγιό σου.
Με απαλά σαν πούπουλο χάδια να διασχίσω δρόμους πάνω σου,
σχηματίζοντας ρυάκια στις φλέβες και τους μυς σου.
Και τα βράδια να κουρνιάζουμε τρυφερά και να'χουμε για νανούρισμα ο ένας την καρδιά του άλλου...
Μ'έκανες να προσπαθήσω να γίνω καλύτερη.
Για'μένα...
Για'σένα...
Για να σε φτάσω,
να σε αγγίξω
Να σταθώ άξια στο πλευρό σου
Να βαδίζω περήφανη δίπλα σου
Κι ας μην βλέπεις αυτό που βλέπω σαν σε θωρώ
Κι ας μην βλέπω
Κι ας είμαι μικρή κι αδέξια
Κι ας παραπατάω
Κι ας πέφτω
Τα δυο σου χέρια με σήκωσαν,
Ήταν εκεί όταν αμφέβαλα
Με έσφιξαν και μου έδωσαν δύναμη
Δύναμη να σηκώνομαι, να συνεχίζω,
να κρατώ το χέρι σου από επιλογή όχι από ανάγκη
Μ'έκανες να ξαναπιάσω μολύβι και χαρτί
Να μουτζουρώσω τα χέρια μου με γραφίτη
Να νιώσω κάτω απ'τα ακροδάχτυλά μου την λεία επιφάνεια του χαρτιού
Να αραδιάσω πάνω του
τις σκέψεις
και τα συναισθήματα που με πλημμυρίζουν
Όσα η φωνή δεν ξέρει να αρθρώσει
Μ'έκανες να ξεστομίσω δυο λέξεις που μέχρι χθες
φοβόμουν και να τις σκεφτώ.
Δυο λέξεις
που τις ένιωθα σαν κόμπο στο λαιμό,
σαν βάρος...
Τις φοβόμουν τόσο,
κι αυτές και τις συνέπειές τους. Βαρύγδουπα λόγια
που ξεστομίζονται αλόγιστα
από επιπόλαια στόματα.
Έτσι πίστευα, έτσι ένιωθα.
Κι ύστερα ήρθες εσύ,
κι έγινε κάτι τόσο γλυκό κι αβίαστο, τόσο φυσικό.
Μ'έκανες να πονέσω δίχως να το ξέρεις.
Πολύ.
Να βλέπω εφιάλτες με τα μάτια ανοιχτά,
έξω απ'του ύπνου τα πέπλα.
Να κρύβω ένα πόνο βουβό μέσα μου,
να μην στο δείχνω.
Μια σου λέξη,
μια σου πράξη
μπορεί να γκρεμίσει
το εύθραυστό μου σύμπαν.
Αυτό το σύμπαν που'σαι ο ήλιος του
και νιώθω τη βαρύτητα να με τραβάει κοντά σου.
Εσύ η γη
κι εγώ φεγγάρι σου,
σαν δορυφόρος περιστρέφομαι γύρω από σενα.
Πυξίδα εγώ
κι εσύ ο Βορράς μου,
σε όλα τα ταξίδια μου σε ψάχνω
Κι όσο κι αν στροβιλίζομαι
Εσένα
Πάντα
Δείχνω