Friday, September 7, 2018

Ψίθυροι για έναν σάτυρο

Απόψε κούρνιασα κι εγώ τόσο μικρή, 
μέσα στο χάδι από τα χείλη σου
Ρίχτηκα μεσ'τα κύματα
κι έπαιξα τη ζωή μου
Σε μιαν ανάσα, σε ένα χάρτινο φιλί
Κάτω από την πανσέληνο θα μάθεις την ψυχή μου

Από τα χείλη σου νερό
θέλω να πιω να ξεδιψάσω
Κι ακόρεστα εσένα να ποθώ
Το νέκταρ σου να δοκιμάσω

Να σε κατασπαράξω σαν θεριό
Να γίνεις θήραμά μου
Να τρέφομαι απ'τη σάρκα, 
απ'τα φιλιά σου

Να κλέβεις την ανάσα μου
Και να γλιστρούν τα χέρια σου
στα πλήκτρα τα λευκά
στο παλμό της καρδιάς μου

Να θωρώ τα μάτια σου τα σιωπηλά 
που κρύβουν μέσα τους
ατίθασες θάλασσες
και τρικυμίες τρανές

Τα χέρια σου να νιώθω σφιχτά
να κουμπώνουν στο κορμί μου
Και να γινόμαστε ένα...
κουβάρι σώματα

Μια θλίψη να με κυριεύει
σαν σβήνουν τα σημάδια σου
στους χάρτες του κορμιού μου

Να σε κρατώ στο στήθος μου
να ξαποστάσεις
Διαβάτη μου
Σάτυρε της ψυχής μου

Και να κρατήσει ετούτη η στιγμή
μια γλυκιά αιωνιότητα
Κι ας χαθώ
Κι ας σβήσω

Να ανατριχιάσω στα χέρια σου
Και να με κρατήσεις μετά
Σαν άψυχη μαριονέτα
Σπασμένη και δική σου
Μια τελευταία φορά
Μεσ'τη σιωπή...

Friday, August 3, 2018

Ο ναυαγός του έρωτα

Κάποιο βράδυ καλοκαιρινό
ναυάγησα στο κορμί σου
Κάτω απ’το ματωμένο Αυγουστιάτικο φεγγάρι

Διψασμένος ρούφηξα με μανία να ξεδιψάσω
Όρμησα στη σάρκα σου να κορέσω την πείνα μου
Γεύτηκα τα χείλη σου τα αλμυρά αχόρταγα
Μέθυσα ξεδιάντροπα με του έρωτα τ’άρωμα
Ένιωσα την καρδιά σου να χτυπάει,
Μέσα μου, γύρω μου, παντού
Το δέρμα σου καυτό πάνω στο δικό μου

Και σαν αμαρτωλός μια μανία με κυρίευσε
Μ’έκανε αχάριστα να ποθώ κι άλλο κι άλλο
Να αποζητώ το «είναι» μου να ενωθεί με’σένα

Μα λύτρωσέ με εσύ Δέσποινα κυρά
Άσε με να προσκυνήσω ευλαβικά
Τα κουρασμένα σου μάτια
Τα πληγωμένα σου χέρια
Το πρόσωπό σου το μακάριο καθώς παραδίδεται στη λήθη του ύπνου

Ανίερα κι αναίσχυντα τα λόγια ενός αμαρτωλού
Που καίγεται στον ομορφότερο παράδεισο
Καθώς οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φωτίζουν την Αγία του

Wednesday, July 18, 2018

Βροχή

Πόσο αγαπώ τη βροχή... 
Να την ακούω, να τη βλέπω, να την αισθάνομαι στο δέρμα μου, να τη μυρίζω ως και να τη γεύομαι. 
Μ' αρέσει όποτε βρέχει να γυρίζω το κεφάλι μου στον ουρανό, να νιώθω τις ψιχάλες στο πρόσωπό μου, μικρές οάσεις που εξαφανίζονται, να μουσκεύουν τα μαλλιά μου και αυτά να κολλάνε στο δέρμα μου να με δροσίζουν κι έπειτα να τα τινάζω και να πετάγονται δροσοσταλίδες παντού. 
Μ' αρέσει ως και τα ρούχα μου να μουσκεύουν, να τα νιώθω να κολλάνε στο σώμα μου και να ανατριχιάζουν τα κόκαλά μου, σαν το σύγκρυο που σε πιάνει με ένα άγγιγμα.
Θα μπορούσα να ακούω τη βροχή για ώρες, το άκουσμά της αγαλιάζει την ψυχή μου σαν την πιο αγγελική μελωδία.
Είναι μια υπόσχεση η βροχή, ότι μαζί της θα παρασύρει όλες τις "αμαρτίες", όλα τα λάθη κι όλες τις στενοχώριες του χθες κι αύριο θα ξημερώσει μια καινούρια μέρα, με λίγη ελπίδα παραπάνω.
Είναι η κάθαρση η βροχή, που μας λυτρώνει από την ύβρη μας.
Είναι το νανούρισμα της μάνας η βροχή, που ηρεμεί το βρέφος και βυθίζεται στα γαλήνια πελάγη του ύπνου.
Και με το τρυφερό της άγγιγμα και μερικές τελευταίες κουρασμένες ψιχάλες φεύγει ήρεμα κι αφήνει πίσω της την ομορφότερη σιωπή...

Η κόρη της Περσεφόνης

Παράξενο κορίτσι τη φωνάζουν
Της Περσεφόνης και του Πλούτωνα γενιά
Κι όπως οι φλόγες το κορμί της αγκαλιάζουν
Γίνεται αγέρας και φουντώνει τη φωτιά

Δυο χείλη κατακόκκινα, βαμμένα με πορφύρα
Έσκυψα και στο δάκρυ της γεύτηκα την αλμύρα
Δυο μάτια κρύβουν μέσα τους την άβυσσο
Και ψάχνουνε να βρουνε τον παράδεισο

Τις νύχτες μόνη της παλεύει στο σκοτάδι
Να βρει το φως μήπως και σώσει την ψυχή
Δυο σκιές που δραπευτεύσαν’απ’τον Άδη
Της τραγουδούν και διεκδικούν ένα φιλί

Μεσ’τον Αχέροντα πως λούζεται απόψε
Σαν άλλη νύμφη και μαγεύει τις ψυχές
“Με ένα μαχαίρι τη ζωή πάρε και κόψε”
Της ψιθυρίζουν και την κλέβουν οι φωνές

Saturday, July 14, 2018

Μ'έκανες

Μ'έκανες να βλέπω σχέδια στα σύννεφα...
Αλήθεια το θυμάσαι;
Θυμάσαι πώς ήταν; όταν μέσα στην παιδική μας ξεγνοιασιά στρέφαμε το βλέμμα στον ουρανό και καμώναμε ιστορίες με τα σύννεφα;
Τα μάτια μας έλαμπαν από ενθουσιασμό, τα μάγουλα μας πονούσαν από τα χαμόγελα και τα γέλια. 
Νιώθαμε τα πάντα ως το μεδούλι.
Θυμάσαι;
Τότες που νιώθαμε περισσότερο και σκεφτόμασταν λιγότερο.
Αληθινά, αγνά αισθήματα.
Ίσως γι'αυτό πολλοί να λένε ότι στον έρωτα γινόμαστε και πάλι παιδιά.
Αφηνόμαστε ελεύθεροι να νιώσουμε,
να παρασυρθούμε,
να μεθύσουμε με φιλιά, αγγίγματα και βλέμματα.

Μ'έκανες να δω την ομορφιά στα απλά και καθημερινά, στις μικρές κι "ασήμαντες" λεπτομέρειες που δίνουν νόημα στη ρουτίνα μας.
Στη γάτα, που λιάζεται νωχελικά στο περβάζι
Στον σκύλο, που κουνάει ενθουσιασμένος την ουρά του στη βόλτα
Στο πουλί, που κελαηδά με το πρώτο φως της μέρας
Στο λουλούδι, που ξεφυτρώνει ατίθασα πάνω στο τσιμέντο, κόντρα σε κάθε νόμο της φύσης και της λογικής
Στο παιδί, που χαμογελά ανέμελα με τα μούτρα του πασαλειμένα παγωτό
Στον παππού του, που τον χαζεύει γεμάτος αγάπη και περηφάνεια να κάνει κούνια καθώς του φωνάζει χαϊδευτικά το όνομά του
Στη μάνα, που όλο φροντίδα κυνηγάει το βλαστάρι της μην τυχόν και χτυπήσει πουθενά
Στους εραστές, που μ'ένα βλέμμα τυλίγονται ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι όλος ο κόσμος χάνεται γύρω τους
Στα μάτια σου και στις ρυτίδες που σχηματίζονται γύρω τους με κάθε σου χαμόγελο (σαν με κοιτάς)
Σ'αυτή τη λάμψη που κρύβουν μέσα τους
και σ'όλα τα ανείπωτα λόγια
που εξομολογούμαστε μέσα στις ματιές μας
Στον παλμό μιας χορδής
που ακόμα ταλαντώνεται
κι εξιστορεί το λυγμό της στον αέρα
Και στη σιωπή που ακολουθεί
Σε τούτη την υπέροχη σιωπή ανάμεσα μας,
την πολύτιμη,
τη βουβή επικοινωνία μας

Μ'έκανες να νιώσω παραπάνω απ'όσο θεωρούσα εφικτό
Ν'αμφισβητήσω τα όριά μου
Ποσό αστεία είν'αλήθεια η ζωή...
Νομίζεις πως ξέρεις το εύρος των συναισθημάτων σου,
Κάθε πόνο
Κάθε χαρά
Κάθε ηδονή
Κάθε πληρότητα που μπορείς να νιώσεις
Και ξαφνικά ένας άνθρωπος ξυπνάει μέσα σου
Όσα δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν

Μ'έκανες να σταματήσω μέσα στη βροχή.
Ν'ακούσω τις ψιχάλες
να μουρμουρίζουν τη μελωδία τους
στο πρώτο και τελευταίο τους ταξίδι.
Να μυρίσω το φρεσκοβρεγμένο χώμα.
Να νιώσω τις στάλες της βροχής καθώς αγγίζουν το σώμα μου,
πως κυλούν πάνω στο κορμί μου,
πώς βρέχουν τα μαλλιά και το δέρμα μου
κι έπειτα απλά εξατμίζονται
αφήνοντας πίσω
τη σκιά της ύπαρξής τους.

Μ'έκανες να αγαπήσω εκείνο το τραγούδι,
που μου σιγοψιθύρισες ένα βράδυ
ενώ με κοίταζες στα μάτια.
Αυτό το βλέμμα σου,
το ένιωθα να καίει τα σωθικά μου,
να μαγεύει την ψυχή μου.
Κι ακόμα βασανίζει το μυαλό μου
εκείνος ο στίχος που μου τραγούδησες με νόημα
κι εκείνο το χαμόγελο
που ξεγλιστρούσε στην άκρη των χειλιών σου...

Μ'έκανες να απογυμνωθώ μπροστά σου,
Να αφήσω το κόκκινο μου φόρεμα να πέσει,
σαν φλόγα να με καταπιεί
Την πορσελάνινη μάσκα να σπάσει
Ελεύθερη από προσωπεία και είδωλα
Χωρίς μανδύες και κάτοπτρα
Με κάθε έννοια
Με κάθε αλήθεια
Κι ας φοβάμαι
Σου δείχνω τις ουλές και τις πληγές μου
Τα χέρια μου, ποτισμένα στο δικό μου αίμα
Μ'ένα σου άγγιγμα τα εξαγνίζεις
Δεν αποστρέφεις το βλέμμα σου
Με δυο σου λόγια
Ηρεμείς το μυαλό και την ψυχή μου.

Μ'έκανες να λαχταρώ το δικό σου κορμί μοναχά,
Να ξεδιψώ με το δικό σου στόμα,
Να ποθώ να σε γευτώ σαν νέκταρ ακριβό
Και να πλέξω τα δάχτυλα μου στις μπούκλες των μαλλιών σου
Θέλω να ασπαστώ τον κρόταφό σου ευλαβικά,
να σε κρύψω στον κόρφο μου
και να γίνω εγώ το στήριγμα,
το καταφύγιό σου.
Με απαλά σαν πούπουλο χάδια να διασχίσω δρόμους πάνω σου,
σχηματίζοντας ρυάκια στις φλέβες και τους μυς σου.
Και τα βράδια να κουρνιάζουμε τρυφερά και να'χουμε για νανούρισμα ο ένας την καρδιά του άλλου...

Μ'έκανες να προσπαθήσω να γίνω καλύτερη.
Για'μένα...
Για'σένα...
Για να σε φτάσω,
να σε αγγίξω
Να σταθώ άξια στο πλευρό σου
Να βαδίζω περήφανη δίπλα σου
Κι ας μην βλέπεις αυτό που βλέπω σαν σε θωρώ
Κι ας μην βλέπω
Κι ας είμαι μικρή κι αδέξια
Κι ας παραπατάω
Κι ας πέφτω
Τα δυο σου χέρια με σήκωσαν,
Ήταν εκεί όταν αμφέβαλα
Με έσφιξαν και μου έδωσαν δύναμη
Δύναμη να σηκώνομαι, να συνεχίζω,
να κρατώ το χέρι σου από επιλογή όχι από ανάγκη

Μ'έκανες να ξαναπιάσω μολύβι και χαρτί
Να μουτζουρώσω τα χέρια μου με γραφίτη
Να νιώσω κάτω απ'τα ακροδάχτυλά μου την λεία επιφάνεια του χαρτιού
Να αραδιάσω πάνω του
τις σκέψεις
και τα συναισθήματα που με πλημμυρίζουν
Όσα η φωνή δεν ξέρει να αρθρώσει

Μ'έκανες να ξεστομίσω δυο λέξεις που μέχρι χθες
φοβόμουν και να τις σκεφτώ.
Δυο λέξεις
που τις ένιωθα σαν κόμπο στο λαιμό,
σαν βάρος...
Τις φοβόμουν τόσο,
κι αυτές και τις συνέπειές τους. Βαρύγδουπα λόγια
που ξεστομίζονται αλόγιστα
από επιπόλαια στόματα.
Έτσι πίστευα, έτσι ένιωθα.
Κι ύστερα ήρθες εσύ,
κι έγινε κάτι τόσο γλυκό κι αβίαστο, τόσο φυσικό.

Μ'έκανες να πονέσω δίχως να το ξέρεις.
Πολύ.
Να βλέπω εφιάλτες με τα μάτια ανοιχτά,
έξω απ'του ύπνου τα πέπλα.
Να κρύβω ένα πόνο βουβό μέσα μου,
να μην στο δείχνω.
Μια σου λέξη,
μια σου πράξη
μπορεί να γκρεμίσει
το εύθραυστό μου σύμπαν.
Αυτό το σύμπαν που'σαι ο ήλιος του
και νιώθω τη βαρύτητα να με τραβάει κοντά σου.
Εσύ η γη
κι εγώ φεγγάρι σου,
σαν δορυφόρος περιστρέφομαι γύρω από σενα.
Πυξίδα εγώ
κι εσύ ο Βορράς μου,
σε όλα τα ταξίδια μου σε ψάχνω
Κι όσο κι αν στροβιλίζομαι
Εσένα
Πάντα
Δείχνω

Ακούς;

Ακούς;
Έστειλα απόψε τις ψιχάλες της βροχής να σε νανουρίσουν
Ακούς;
Σου μεταφέρουν τη φωνή μου
Τη μελωδία της καρδιάς μου καθώς κλείνω τα μάτια μου με την σκέψη σου
Ακούς;
Σου ψιθυρίζουν τη στοργή μου
Αναπληρώνουν το χαμένο χάδι μου
Ακούς;
Όλος ο ουρανός σου κάνει απόψε καντάδα
Για σένα...
Ακούς;
Κλείσε τα μάτια κι αφουγκράσου τις λεπτές αποχρώσεις της βροχής...
Κλείσε τα μάτια κι άδειασε το μυαλό σου από τη βαβούρα και τις σκοτούρες...
Κλείσε τα μάτια κι άκου...

Friday, July 13, 2018

Σκοτάδι

Κάποτε με τρόμαζε το σκοτάδι...
Το φοβόμουν.
Κι ύστερα έμαθα να ζω μέσα του,
το άφησα να με καταπιεί,
αφέθηκα στην αγκαλιά του και βρήκα εκεί το αποκούμπι μου,
το καταφύγιό μου, τη σταθερά της ζωής μου.
Έτσι, όταν είδα το φως το φοβόμουν, δεν το άντεχα.
Πονούσε τα μάτια μου και με κούραζε.
Ήταν ξένο...
Μου πήρε καιρό να το συνηθίσω,
μου πήρε καιρό να μάθω να ζω ισορροπώντας ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.
Κι ακόμα μαθαίνω...
Σαν ακροβάτης τραμπαλιζομαι στο τεντωμένο σκοινί τους και ναι, κάποιες φορές πέφτω.
Και μπορεί να νιώθω ότι όλα καταστρέφονται,
μα πάλι στο σκοινί καταλήγω να ισορροπω, όπως μπορώ...

Το τραγούδι είναι...

Το τραγούδι είναι ταξίδι.
Το τραγούδι είναι έρωτας.
Είναι μια περιπλάνηση. 
Είναι παράδεισος μέσα από τα μονοπάτια της κόλασης.
Με μιαν ανάσα ετοιμάζεσαι και βουτάς στο βυθό του...
Μέσα στον ίλιγγο του αναλώνεσαι.
Χάνεσαι. Τυλίγεσαι στις φλόγες της μουσικής, την αφήνεις να σε αγκαλιάσει. 
Νιώθεις μέσα σου κάτι να ραγίζει και να σπάει, γιατί για όσο διαρκεί, 
εσύ είσαι το τραγούδι και το τραγούδι είναι εσύ, τα όρια σας μπλέκονται και γίνεστε ένα. 
Νιώθεις κάθε σου κύτταρο να ταλαντώνεται στο ρυθμό του. 
Καθώς ξεγλιστρούν οι στίχοι από τα χείλη σου, επικοινωνείς από απόσταση, ταξιδεύοντας στο χωροχρόνο, με τον δημιουργό. 
Αγγίζεις την ψυχή του, εκείνη τη στιγμή που την αράδιασε στο χαρτί κι έπλασε ζωή από την ανυπαρξία. 
Γίνεσαι μάρτυρας και συμμέτοχος στη γέννησή του τραγουδιού. 
Μέσα από τους στίχους και τη μουσική διαβάζεις τις πιο απόκρυφες πτυχές του και γίνεσαι κι εσύ ταυτόχρονα ευάλωτος μπροστά του. 
Μπροστά στο τραγούδι και μπροστά στον κόσμο που σε ακούει. 
Αφήνεις την αλήθεια σου να ξεπροβάλει δειλά μέσα απ'τις χαραμάδες. Γίνεσαι το τραγούδι και το τραγούδι γίνεται εσύ. 
Κανείς δεν ξέρει την τρικυμία που ζεις μέσα σου εκείνη την ώρα. 
Κι έτσι συγκαλυμμένα εξομολογείσαι τις σκέψεις σου, δανειζόμενος τις λέξεις και τη μουσική κάποιου άλλου. 
Ποιός άλλωστε θα σε ψέξει πώς είσαι πολύ εκφραστικός; 
Ότι το νιώθεις πιο πολύ απ'όσο πρέπει; 
Και κάπως ξεγυμνώνεσαι μπροστά τους μέσα από το "ξένο" σώμα του τραγουδιού. 
Άραγε σε βλέπουν; 
Τί βλέπουν; 
Τί ακούν; 
Τί καταλαβαίνουν; 
Αν τους κοιτάξεις έναν έναν εκείνη τη στιγμή ο καθένας ζει τη δική του ιστορία. 
Πλήθος σωμάτων, το ένα δίπλα στ'άλλο. 
Όλοι μαζί και ταυτόχρονα ο καθένας χιλιόμετρα μακριά από τον άλλο, 
σε μιαν άλλη στιγμή, σε έναν άλλο χώρο, εκεί που τους οδηγεί το νήμα του μυαλού με τούτο το τραγούδι. 
Κάθε λέξη σου τους μεταφέρει και αλλού, 
γίνεσαι ο καλύτερος παραμυθάς κι εξιστορείς διαφορετικές ιστορίες στον καθένα δίχως να το συνειδητοποιείς.
Και πλησιάζει το φινάλε...
Σε μιαν ανάσα ξεψυχάς και η τελευταία σου νότα πάλλεται ακόμα στον χώρο. 
Τελειώνει το τραγούδι, χαμηλώνεις το βλέμμα και κατεβάζεις το κεφάλι. 
Παραδίνεσαι εξουθενωμένος στην ατμόσφαιρα, σαν να πεθαίνεις... 
Άλλωστε δεν πεθαίνεις λίγο λίγο μέσα σε κάθε τραγούδι; 
Αφήνεις κι ένα κομμάτι σου μαζί του, 
κι όλα τα κομμάτια συμπληρώνουν το ψηφιδωτό του "είναι" σου, της ψυχοσύνθεσής σου. 
Κάθε τραγούδι κι ένας μικρός θάνατος. 
Κάθε τραγούδι κι ένας μικρός οργασμός. 
Κι ακολουθεί ένα κενό, μια σιωπή, μια γαλήνη που οι αισθήσεις σου μουδιάζουν και χάνονται. 
Το κεφάλι σου είναι ελαφρύ, είσαι σαν μεθυσμένος.  
Είσαι παντού και πουθενά εκείνη τη στιγμή, είσαι άυλος. 
Δεν βλέπεις, έχουν θολώσει τα πάντα γύρω σου.
Μέχρι να σπάσει το ξόρκι, με μια φωνή, ένα χειροκρότημα, έναν ήχο... 
Και κάπως έτσι σκάει η όμορφη φούσκα και προσγειώνεσαι στην πραγματικότητα. 
Ξυπνάς σαν από λήθαργο, 
αναδύεσαι αργά στην επιφάνεια σαν από όνειρο, 
το βλέμμα σου προσαρμόζεται σιγά σιγά στο περιβάλλον σου, 
συνειδητοποιείς που είσαι. 
Γύρισες πίσω στον κόσμο των θνητών...